Η κρίσιμη υπόθεση του ράγκμπι στην Ουαλία

Εν μέσω Six Nations, το ενδιαφέρον των φίλων του ράγκμπι σε όλο τον πλανήτη συγκεντρώνεται κατατί παραπάνω στην ανάπτυξη του αθλήματος στα έθνη που συμμετέχουν στην κορυφαία διοργάνωση. Αν κάποιο από αυτά απαιτεί και προσελκύει περισσότερη προσοχή αυτή την περίοδο, σίγουρα είναι η Ουαλία, που τα βήματα για την ανάπτυξη του αθλήματος στη χώρα γίνονται υπό πρωτόγνωρες δυσκολίες, λόγω νέων συνθηκών, την ίδια στιγμή που η επιτυχία τους είναι μια υπόθεση που αφορά την πορεία του αθλήματος παγκοσμίως.

Η ιστορική στιγμή

Για να εξηγήσουμε την κατάσταση θα πρέπει να πάρουμε τα πράγματα με μια σειρά, προσπαθώντας να οριοθετήσουμε τη σημερινή συγκυρία μέσα στο ιστορικό πλαίσιο ανάπτυξης του ράγκμπι στην Ουαλία.

Η χώρα των daffodils ήταν από τις πρώτες που είχαν οργανωμένη ομοσπονδία, με τη Welsh Rugby Union να ιδρύεται το 1881, δηλαδή 10 χρόνια μετά την ίδρυση της RFU, που ήταν ουσιαστικά ο θεσμός που επισημοποίησε με συγκεκριμένους κανόνες και όνομα το άθλημα του Rugby Union. Η Ουαλία ήταν η τέταρτη χώρα που έφτιαξε Ομοσπονδία και συμμετείχε στο Home Nations, πρόγονο του Five και μετ’έπειτα Six Nations, που ξεκίνησε το 1883.

Από τότε το ράγκμπι γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη στη χώρα, κερδίζοντας την πρώτη θέση στην καρδιά του ουαλικού λαού για πάνω από αιώνα και ευτυχώς αυτή τη θέση διατηρεί μέχρι σήμερα. Δύο επαρχίες, αυτές του Llanelli και του Swansea, αλλά και η πρωτεύουσα του Cardiff ήταν παραδοσιακά αυτές που συγκροτούσαν πολύ δυνατές ομάδες και στελέχωναν και την εθνική που κατά περιόδους κατάφερε να θεωρείται αν όχι η κορυφαία, σίγουρα μια τεράστια δύναμη, εφάμιλλη με τις μεγάλες δυνάμεις του Νοτίου Ημισφαιρίου.

Η τελευταία λάμψη, πριν την επόμενη αυτής της ομάδας, ήταν η κατάκτηση δύο διαδοχικών Six Nations, το 2012 και 2013, με πολλά δεδομένα ωστόσο να είναι διαφορετικά στη χώρα της δυτικής Μεγάλης Βρετανίας. Γρήγορα η χαρά της κατάκτησης του κορυφαίου θεσμού στο βόρειο κομμάτι του πλανήτη έδωσε τη θέση του στον προβληματισμό και σίγουρα καμία σχέση δεν είχε με τη χρυσή δεκαετία του 1970, τότε που οι Ουαλοί δε μπορούσαν να σκεφτούν τη λέξη “αθλητισμός” χωρίς να βάλουν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα συνώνυμη τη λέξη “ράγκμπι”.

Τα χρόνια του επαγγελματισμού

Το ράγκμπι από το 1995 είναι διαφορετικό. Είναι διαφορετικός ο τρόπος που αναπτύσσεται, διαφορετικοί οι στόχοι που τίθενται από τα σώματα που το οργανώνουν και το διοικούν σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, διαφορετική η στρατηγική προσέγγισης των φιλάθλων.

Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό. Ο επαγγελματισμός ήρθε στο ράγκμπι ίσως την πιο κατάλληλη στιγμή, όταν το άθλημα είχε ήδη έναν αιώνα που έχτιζε τις αξίες του σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο και πλέον έφτανε η ώρα να αγκαλιάσει με τη δυναμική του ολόκληρο τον πλανήτη, παίρνοντας τη θέση που του αξίζει στις προτιμήσεις των φιλάθλων, αυτή που ηθελημένα αρνήθηκε έναν αιώνα νωρίτερα και τελικά του έκανε καλό.

Ωστόσο, οι προκλήσεις του επαγγελματισμού δε βρήκαν το ίδιο έτοιμες όλες τις χώρες, γιατί η είσοδος στη νέα εποχή δε σχεδιάστηκε με βάση τις ανάγκες όλων των χωρών. Είναι άλλο πράγμα η επαγγελματική εποχή στο Νότιο Ημισφαίριο του Super Rugby, άλλο πράγμα στην Αγγλία της Premiership, άλλο πράγμα στη Γαλλία της Top 14 και άλλο πράγμα στις χώρες που το διασυλλογικό ράγκμπι ήταν πάντα συνδεμένο με τις ομάδες των επαρχιών που λειτουργούσαν με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό από αυτόν μιας ομάδας-franchise που συμμετέχει σταθερά σε μια διοργάνωση.

Η συγκέντρωση που υπήρχε στην ανάπτυξη ισχυρών επαρχιακών ομάδων, που ήταν ικανές να αντιμετωπίζουν ως αντιπάλους ακόμα και εθνικές ομάδες (τους ίδιους τους All Blacks) δεν ήταν αυτό που χρειαζόταν για να σταθεί ένα πρωτάθλημα ελκυστικό σε μια εποχή που με μεγάλη ταχύτητα θα χαρακτηριζόταν από την εμπορευματοποίηση και φυσικά την ανάγκη για προσέλκυση φιλάθλων που εκτός των άλλων θα ήταν και πελάτες.

Έτσι, η προφανής απόφαση που πάρθηκε ήταν να δημιουργηθεί ένα ισχυρό πρωτάθλημα με τις ισχυρότερες ομάδες, εκπροσώπους επαρχιών, της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Ιρλανδίας. Αυτό το μόρφωμα είναι η Pro 12, που παλιότερα, πριν την είσοδο και δύο ιταλικών ομάδων, ονομαζόταν Celtic League.

Η Pro 12, όμως, αν και βοήθησε να υπάρχει μια υψηλού επιπέδου διοργάνωση για τις ομάδες του πρώην Home Nations, από ένα σημείο και μετά άρχισε να μη μπορεί να ανταποκριθεί σε νέες προκλήσεις του οικονομικού ανταγωνισμού.

Όπως και να το κάνει κανείς, για έναν φίλαθλο του Swansea, ο αγώνας απέναντι στην ομάδα του Llanelli και του Cardiff, ακόμα και απέναντι σε μια ομάδα άλλης επαρχίας, κατά πολύ υποδεέστερη, έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από έναν αγώνα απέναντι στην Connacht, την Edinburgh, πόσο μάλλον την ομάδα του Treviso ή της Parma.

Ο ανταγωνισμός των στρογγυλών πετροδόλαρων

Την ίδια στιγμή που οι Ουαλικές ομάδες έχουν απέναντί τους μισή ντουζίνα αντιπάλους που λίγοι θα ενδιαφέρονταν να παρακολουθήσουν τα πετροδόλαρα στο Swansea και το Cardiff έφτιαξαν ποδοσφαιρικές ομάδες που αγωνίζονται στην Premier League, με τα ποσά για όλες τις δραστηριότητές τους να είναι πολύ μεγαλύτερα, τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις να έχουν πραγματικά νόημα μάχης σε διεθνές επίπεδο και όχι να αποτελούν επανάληψη του εντόπιου πρωταθλήματος, ενώ νέα αστέρια, τύπου Gareth Bale να πληρώνονται όσο όλες οι ομάδες της Pro 12 για μια μεταγραφή.

Φυσικά όλα αυτά σε μια περίοδο που τους παίχτες που αγωνίζονται στις Ουαλικές ομάδες τους προσλαμβάνει με συμβόλαιο η ίδια η Ομοσπονδία για να αγωνιστούν στις ομάδες των επαρχιών της. Έτσι, αρκετοί κορυφαίου επιπέδου αθλητές, εύκολα βρίσκουν την πόρτα της εξόδου για τα πολύ πιο ακριβά πρωταθλήματα της Top 14 και της Premiership, με αποτέλεσμα οι σύλλογοι να απογυμνώνονται.

Αυτή η κατάσταση, δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια έχει επηρεάσει το ουαλικό ράγκμπι. Οι αριθμοί δείχνουν ότι, παρά το γεγονός ότι παραμένει πρώτο σπορ, η ανανέωση των αθλητών στις πολύ μικρές ηλικίες είναι προβληματική, με το ποδόσφαιρο να κερδίζει έδαφος. Στη σημερινή εποχή υπάρχουν περισσότερα ουαλάκια που ονειρεύονται να γίνουν Gareth Bale (όχι Ryan Giggs, ούτε George Best) παρά Sam Warburton και αυτό είναι φυσιολογικό, αν σκεφτεί κανείς τη διαφήμιση που έχει το ένα και το άλλο είδωλο.

Αυτός είναι ένας ανταγωνισμός-πρόκληση για το ουαλικό ράγκμπι, που πρέπει να βρει γρήγορα τρόπους δραστικούς να τον χτυπήσει στα ίσα. Η προοπτική φυσικά και υπάρχει, καθώς είναι πολύ εύκολο να καταλάβει κανείς πόσο εύκολο αλλά και ελκυστικό είναι για κάποιον επιχειρηματία να αναλάβει τους Ospreys ή τους Scarlets όπως ακριβώς ο Moudjellal ανέλαβε την Toulon (σβήνοντας κάθε άλλο σπορ στην ευρύτερη περιοχή της Νίκαιας, παρά το νέο γήπεδο και τις επενδύσεις στην ποδοσφαιρική ομάδα της Nice) ή όπως τόσοι επιχειρηματίες έχουν κάνει το ράγκμπι τεράστιο στα Lowlands και σε μεγάλο μέρος των Midlands, με εξαίρεση τις ιστορικές βορειότερες πόλεις του Manchester και του Liverpool.

Όμως πού μπορεί να γίνει αυτή η επένδυση; η Pro 12 προσφέρει αυτό το πλαίσιο; μπορεί να είναι τόσο ελκυστική;

Ανασχεδιασμός του εγχώριου πρωταθλήματος

Η Ουαλία, ως μια τεράστια δύναμη στο ράγκμπι, πρέπει να έχει το δικό της πρωτάθλημα, με ομάδες από κάθε γωνιά της, από το Νότο που το άθλημα είναι πιο ανεπτυγμένο, ως το Βορρά, όπου με έξυπνες κινήσεις το ράγκμπι μπορεί να γίνει πραγματικά θρησκεία.

Αυτή τη στιγμή, αν δει κανείς το χάρτη της Ουαλίας, θα καταλάβει ότι οι ομάδες που την εκπροσωπούν στην Pro 12 είναι όλες μαζεμένες σε πόλεις μιας μικρής περιοχής στη νότια μεριά της χώρας. Την ίδια στιγμή και παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πόλεις με πληθυσμό άνω των 50 χιλιάδων κατοίκων, όπως για παράδειγμα το Wrexham, δεν έχουν ομάδες στις κορυφαίες κατηγορίες του ουαλικού ράγκμπι.

Έχουν όμως σε άλλο σπορ; όχι, ούτε πρόκειται να έχουν. Με αυτή τη λογική μια σωστή στρατηγική ενδυνάμωσης της διοργάνωσης των Ουαλικών πρωταθλημάτων, με πλήρη επαγγελματικοποίηση και από σήμερα ορισμό ότι σ’αυτό θα συμμετέχουν το αργότερο σε μια δεκαετία οι κορυφαίες ομάδες του Llanelli, του Swansea, του Cardiff και του Newport, μπορεί να δώσει τα απαραίτητα κίνητρα για επενδύσεις.

Για να γίνουν όλα αυτά βέβαια πρέπει να παρακαμφθούν πολλά άλλα προβλήματα, με βασικότερο τη “βολική” κατάσταση που επικρατεί για τους Ιρλανδούς, που έχουν τεράστια δύναμη στη διοίκηση του παγκοσμίου ράγκμπι. Όμως ένα ισχυρό ουαλικό πρωτάθλημα, όπως κι ένα ισχυρό σκωτσέζικο κι ένα ισχυρό ιρλανδικό, με την Ιταλία να αποτελεί μια άλλη τεράστια κουβέντα, διαφορετικής φύσης, θα δώσει την απαραίτητη ώθηση για πολύ ισχυρές ευρωπαϊκές διοργανώσεις, πιο ελκυστικούς συλλόγους ακόμα και ως εμπορικά προϊόντα, βασικό στη σημερινή εποχή και φυσικά δε θα αφήσει οποιεσδήποτε σπασμωδικές ενέργειες που τις σιχαίνονται ακόμα και οι παραδοσιακοί φίλοι του ποδοσφαίρου στην Ουαλία, να κόβουν δυναμική από το εθνικό σπορ.

Αν η Ουαλία πάρει μέσα στα επόμενα χρόνια την απόφαση να κάνει σοβαρά βήματα προς μια κατεύθυνση οικοδόμησης του ράγκμπι αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο, με αντίστοιχο σχεδιασμό και προσανατολισμό για την απόσβεση των επενδύσεων, τότε το ράγκμπι σε όλο τον κόσμο θα έχει πάρα πολλά να κερδίσει. Κυρίως, αυτό που θα έχει κερδίσει είναι η γνώση για το πώς αντιμετωπίζονται οι νέες προκλήσεις της εμπορικής και επαγγελματικής εποχής, σε μια μικρή χώρα με τεράστια παράδοση, που είναι πιο σύνθετο να πετύχει κάτι τέτοιο απ’ ότι οι μεγάλες Αγγλία και Γαλλία.

Η Ουαλία να δείξει το δρόμο

Αν η υπόθεση της Ουαλίας κερδηθεί για το ράγκμπι, τότε θα υπάρξουν άμεσα μεγάλες προοπτικές αυτό το παράδειγμα να μεταφερθεί και σε άλλες χώρες που έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν το ράγκμπι και σιγά σιγά ο ευρωπαϊκός χάρτης του αθλήματος να γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρον.

Βεβαίως, το πόσο “αυτόματα” θα γίνουν τα πράγματα στη συνέχεια είναι μια άλλη υπόθεση, πολύ μεγάλη για να αναλυθεί εδώ. Είναι μια τεράστια κουβέντα το ποια στρατηγική χρειάζεται συνολικά στην Ευρώπη, για να πάρει το ράγκμπι το μερίδιο που του αναλογεί σε κάθε χώρα, και στις 47 που συνθέτουν τη Γηραιά Ήπειρο.

Η Ουαλία όμως, πράγματι, σήμερα μπορεί και είναι ανάγκη να δείξει το δρόμο.

About The Author

Related posts

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων